Οι ζεστές βραδιές του Μαρτίου.

Η θεά από το μπαλκόνι είναι υπέροχη. 
Βλέπει τον δρόμο, την εκκλησία της πόλης και την αίγλη. 
Τίποτα το σπουδαίο, κι όμως. Είναι υπέροχα έξω. 
Ο ουρανός έγινε ροζ και ο ήλιος έπεσε στα μαλακά. 
Δεν ξέρω γιατί νιώθω τόσο υπέροχα. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα... Σαν να αναβιώνω κάτι παλιό και να ξεκινάω κάτι καινούριο. Σαν νέος έρωτας. Σαν ένα κομπλιμέντο. Σαν να ξαναχώρεσα στο παλιό αγαπημένο τζιν. Σαν να πέρασα όλα τα μαθήματα. Σαν να ετοιμάζομαι για βόλτα. 
Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Αλλά εγώ νιώθω υπέροχα. 
Έχω την ζέστη ατμόσφαιρα να με χαϊδεύει απαλά, υπονοώντας ένα ψυχράκι για αργότερα. 
Στη μύτη μου έρχεται μια αίσθηση φρεσκοπλυμμένου ρούχου, αλλά εγώ έκανα άλλον συνειρμό : αναπολώ τη σιτρονελα που ανάβουμε το καλοκαίρι. 
Πήγε 20:00. Ανέβουν οι λάμπες του δρόμου σιγά σιγά. Ο ουρανός πήρε γκρι χρώμα. Τα κουνούπια έκαναν την εμφάνιση τους και με φλερτάρουν άγρια. 
Κι όμως. Εγώ νιώθω υπέροχα. 
Ίσως με πείραξε η πρωινή ζέστη. Ίσως ερωτεύτηκα έναν άγνωστο και δεν το έχω καταλάβει. 
Ίσως ακόμα επιδρά το τσιζκεικ που έφαγα πριν 1:30 ώρα. 
Δεν έχω καταλάβει. 
Αλλά νιώθω υπέροχα. 

Σχόλια