Χωρίς Τίτλο

Κυριακή, 21:52
Ο δρόμος στο μικρο μας στενό είναι άδειος. Δύο άνθρωποι στέκονται και χαζολογάνε απέναντι, σε ένα πολύ γνωστό καφέ-μπαρ της πόλης. Άλλοι δύο ανεβαίνουν, μόλις, γυρνώντας από την βόλτα του σκύλου τους. Στο βάθος ο κεντρικός δρόμος και άλλα μικρά συνοικιακά καφέ. Έχει αγώνα και σήμερα. Κραυγές, βρισιές, τσακωμοί, σφυρίχτρες... 
Σιγά σιγά πληθαίνουν οι άνθρωποι. Κυριακή, η τελευταία μέρα του ζυγού. Από αύριο ή πίεση πραγματικότητα και η ανατολή του σκορπιού. 
Έχω βγει στο μπαλκόνι και σιγά σιγά χάνομαι στην οχλαγωγία. Ένα ρυθμικό τραγούδι σε άγνωστη γλώσσα αντηχεί για λίγο μέσα από ένα κινούμενο όχημα. Γάτες, οι γειτόνισσες μου. Να, κοίτα! Και άλλοι άνθρωποι, περπατάνε σκυφτοί και καπνίζουν. Μια κοπέλα μιλά στο κινητό και προσπαθεί να αγνοήσει τον περί γύρο μέχρι να φτάσει σπίτι. 
Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, εγώ παρηγορω μια πληγωμένη ψυχή, μέσω μηνυμάτων. Όμως δεν μπορώ να γράψω, δεν μπορώ να συγκεντρωθω. Περιμένω να ακούσω μια μορφή να κατεβαίνει το δρομάκι μας. 
Ακούγονται οι Μορφές άραγε? Φυσικά. Είναι αυτές οι φιγούρες που με την αύρα τους δεν εκπέμπουν μόνο χρώματα, αλλά και κουδουνίσματα. 
Χάνω τη σειρά μου και μπερδεύω τις συμβουλές στο φίλο μου. Θέλω τόσο να ξεκινήσω να του γράφω πόσο μπερδεμένη είναι η οπτική μου όταν κατεβαίνει και ανεβαίνει αυτή η μορφή. Δεν κάνει όμως, γιατί έχασε μια αγάπη. Πόση γαϊδουριά να δείξω εκ μέρους μου. 
Ανάθεμα. 
Η πόλη είναι γεμάτη με συνθήματα.. Συγκεκριμένα, έχω μετρήσει έως και σήμερα 7 τοίχους με το ρήμα "στροβιλίζομαι" γραμμένο. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Μέχρι σήμερα... 
Φοβάμαι. Θα είναι πάλι μια σκιά που θα φύγει? Θα είναι από αυτά τα άυλα αερικά που δεν μπορούν να προσγειωθούν λίγο μαζί μας? Αυτά που όταν χάνονται ξαφνικά, μας ωθούν σε πεζές σάρκες, ακλόνητες, πειναλέες... 


22:06. Σχεδόν ακούω τα βήματα. Σταθερά, μεγάλα και αφηρημένα. Νιώθω κάτι να πλησιάζει. Δύο μάτια ηφαίστεια, έτοιμα να εκτεθούν. Δύο χείλη που άλλοτε σιγοτραγουδούν και άλλοτε σφυρίζουν μια μελωδία. Δεν τα κοιτάζω, φοβάμαι. Ώρες ώρες νομίζω πως μπορώ να περπατήσω στις γραμμές τους. 
Έτσι θα έρθει. Είναι ένα αερικό που κατοικεί σε ένα πέτρινο και περήφανο κορμί. Σχεδόν νιώθω την παλάμη του να αγγίζει τη δική μου. Κουτή που είμαι... Η μικρή αδύναμη παλάμη μου στη δική του, σε μια επαφή δευτερολέπτων. Τρομαγμένη, κρύα αλλά γεμάτη λαχτάρα για αυτή την επαφή. 
Ώρες ώρες νομίζω πως μπορώ να δω αυτή την μοβ πράσινη αύρα να χορεύει, να στροβιλίζεται... Και το κορμί να μένει πάντα προσεκτικό και σίγουρο, ακίνητο.
Δεν είναι αμαρτία να περιφέρεις μια τέτοια μορφή μακριά από μένα? Θέλω τόσο να ζωγραφίσω με τα ακροδάχτυλα μου το περίγραμμά σου. Να περιπλέξω τις τοσοδούλες μπούκλες σου και να τις γεμίσω με αγριολούλουδα. Τα σχεδιάζω με τις ώρες τα πυκνά και αυστηρά φρύδια σου. Να σου ζωγραφίσω ένα μάτι με τέμπερες, στην πλάτη, για να μη σε πειράξει κανείς. Να σε φωνάζω ήλιο. Μου φαίνεσαι ήλιος. Μεγάλος, μακρινός, απρόσιτος, λαμπερός και επικίνδυνος. Εγώ μια στάλα θέλω να καίγομαι από τη μεγαλοπρέπειά σου. Πετάω τα προστατευτικά γυαλιά μου και ρισκάρω. 
Πως θα ήταν άραγε, να σου παραγγείλω τραγούδια αντί για αγαθά? Να με πάρεις από το χέρι και να χαθούμε στην πόλη. Να με πάρεις, μόνο εσύ. Έχεις αυτό το επιβλητικό που διόλου προσβλητικό δεν είναι. Με κάνει να σπάω κάθε αρχή ανεξαρτησίας.Είναι αυτό το ευγενικό και αυτόβουλο χάσιμο.  Είσαι κάτι σαν τον χορό, σαν την μελωδία. Δεν ελέγχεις το κορμί σου και απλά ακολουθείς... 







Σχόλια