Λούπα

19:09 . Το μισοσκότεινο σαλόνι φέρνει μια ησυχία από το στενάκι και λίγο φως απο τις λάμπες του δρόμου. Ο μικρός μιλάει στο κινητό, γεμάτος κόκκινες και κίτρινες αύρες, λίγο χαρούμενος και λίγο διστακτικός. Δεν μπορώ να διακρίνω τι λέει. Στο μυαλό μου χάος.
Βρίσκομαι στο σπίτι μου, στο χωριό μου, στην αυλή και βλέπω τον παππού μου να χαμογελάει . Η εικόνα παίζει ξανά και ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Τα καταγάλανα και καθαρά του μάτια με κοιτάνε. Πόσο μου λείπει, θέλω να τον δω, αλλά δεν μπορώ. Έχω ευθύνες στην μικρομέγαλη πόλη και εκείνος κατοικεί σε μια επικριτική και γκρίζα μικρή επαρχιακή πόλη.


Δεν μπορώ και μπορώ μαζί. Τα χρήματα δεν με κρατούν δέσμια , σε μια κατάσταση υποταγής και διασκέδασης στην μικρομέγαλη πόλη. Μου αρέσει αυτό που κάνω, με εξοργίζει κιόλας.
Οι σπουδές με κρατούν αφηρημένη. Σκέφτομαι νέα ξόρκια για προστασία, για αγαπητικούς φιλενάδων και καφέδες που θέλω να πιω. Μέρη της πόλης που αποφεύγω ακόμη και μέρη στην Ελλάδα που δεν έχω δει. Αγχώνομαι και νιώθω να κολλάω. Το χωριό μου ξανά, ο σκύλος μου, ο παππούς μου, χαμόγελα, ελληνικός καφές, ήλιος. Έχω τρελαθεί;
Διαδικτυακό ψηστήρι με τον Μεγάλο Κάπα, μήπως και κάνει τη χάρη στη μικρομέγαλη και σε μένα μαζί. Λαγνεία, λαχτάρα, αναμονή, ανυπομονησία, τρέλα ... ωχ! Πάλι η ίδια λούπα.
Θέλω να φύγω και δεν θέλω μαζί. Τους αγαπάω όλους και καμιά φορά κανέναν. Θα σκότωνα για μια επίθεση αγάπης από ένα κουτάβι,  να χαθώ στη μωρουδιακή αγκαλιά του πλάσματος και να πάρω λίγη αθωότητα.



Την έχασα την αθωότητα, όπως και τον έρωτα. Έσπασαν και δεν ξανακολλάνε για μένα. ''Αυτό είναι το τίμημα'', έλεγε η μεγαλύτερή μου Κίρκη, όταν ήμουν μικρή, για τις μάγισσες . ''Δεν θα βρουν την αγάπη ποτέ. Ήρθαν στον κόσμο για να βοηθήσουν''.
Κραγιόν, μαύρα ρούχα, μεταγιόν, λίγα αναθεματισμένα χρήματα και φθηνό αλλά πολύ κόκκινο κρασί, ημίγλυκο. Μέχρι να μουδιάσω, μέχρι να μη σκέφτομαι. Μέχρι να μη νιώθω.
Όλα αλλάζουν, όλοι πάνε μπροστά και εμείς πετρωμένοι στην απραξία που έφερε η χρόνια ματαιότητα.
Ξημέρωσε η επομένη. Ήλιος, πατέρας και γητευτής μας αγκαλιάζει. Τρέχω να αποδείξω στην υποψήφια δουλειά τι αξίζω : έχω αποστολή , και ας είναι Κυριακή, δίπλα στο νερό και στις φωνές των οικογενειαρχών με τα παιδιά και τα μπαλόνια , να φωτογραφίσω ανθρώπινες μορφές να πάλλονται, με την ελπίδα να ερωτοτροπήσουν και (οι πολύ ανίδεοι) να ερωτευτούν.
Νιώθω την ελπίδα να με παίρνει από το χέρι, για λίγο. Θα συναντήσω δυο φίλες. Καθάρισα ,με τον μικρό και την γκρίνια του, το σπίτι και θα βάλω και φασκόμηλο να καίει, για τα ακάθαρτα πνεύματα που μας σκέφτονται.


Τελικά τι θέλω και πως ; Έφτασε η στιγμή να έρθω σε επαφή με τη ''θνητή'' πλευρά μου και για σπάνια φορά να μην ξέρω τι θέλω. Κλαίω βουβά από έρωτα, χωρίς να ερωτεύομαι. Το ξόρκισα και το άφησα πίσω μου αυτό το αδύναμο κομμάτι, αν θέλω να προχωρήσω στη ζωή το φύλο το ανδρικό πρέπει να αφήσω πίσω. Τη θέλω την απόλαυση της σάρκας, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είναι ικανοί να δώσουν κάτι άλλο οι θνητοί.
Συγχρονίζω την ανάσα μου με το αεράκι και υπερβαίνω το μυαλό μου, ξανά. Όπως έχω μάθει και κάνω, εξ 'απαλών ονύχων.

Σχόλια