Καλοκαιριάζει και μυρίζει βροχή, λες και δεν μας έφτανε η έμφυτη και εκ γενετής μελαγχολία μας. Είναι από αυτές τις μέρες με τα ανάμεικτα συναισθήματα και τα ποικίλα καιρικά φαινόμενα.
Ο Μάιος μπήκε με τις πιο ευοίωνες συνθήκες, η πορεία του όμως φανερώνει, ολοένα και περισσότερες δυσκολίες...
Υπάρχω και αιωρούμαι. Τη στιγμή τη βιώνω, αλλά δεν την καταγράφω. Πως να το καταφέρω άλλωστε, το μυαλό μου το πάγωσα, όπως και το πνεύμα μου, μέχρι να κατορθώσω να υψώσω ανάστημα και να σπάσω τα υλικά δεσμά μου...
Υπάρχω και αιωρούμαι, Πρωτομαγιά μου εσύ, μάγια μου 'κανες. Ήταν Παρασκευή, η κυκλοφορία είχε επανέλθει, ας πούμε, στα κανονικά της και εγώ έκανα περίπατο στη γειτονία μου. Το μυαλό και το σώμα μου πετούσαν, σχεδόν αν καρδιοχτύπι, κρατώντας τον ρυθμό της αναπνοής και του βαδίσματος, ακολουθώντας τη μουσική. Κάτι με έτρωγε, ώσπου έχασα τον συντονισμό της αναπνοής μου
Κάποια μέτρα, και σε κυκλική απόσταση από το σπίτι, τον είδα: Ο Ήλιος μου. Ψηλός, μελαχρινός, στιβαρός, με ένα εξίσου πανέμορφο πλάσμα, έκαναν βόλτα. Από την ταραχή μου, και με αφορμή το ότι ήταν δεξιά και ελάχιστα πιο πίσω, απλά συνέχισα τον ρυθμό μου, χωρίς να κλείσω την μουσική που ηχούσε από τα ακουστικά μου.
Συνέχισα να περπατώ γοργά, αναλογιζόμενη πως αυτός ο υπέροχος άνδρας, αυτό το θαύμα ομορφιάς, δεν πρόκειται να γίνει δικός μου. Πες το προκατάληψη, πες το αρνητισμό, είμαι πεπεισμένη πως δεν θα έχω την τύχη να τον προσεγγίσω απαλά και εύκολα. Κάποια πράγματα είναι προγεγραμμένα. Δεν είναι ηττοπάθεια, ούτε κάποια κρυφή αυτο-υποβίβαση. Φυσική εξέλιξη των πραγμάτων θα το πω: Τον συναντούσα παντού, υπήρχε μεταξύ μας κάτι που ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα και μας αποσυντόνιζε, τον συναντούσα ως εργαζόμενο, ανακάλυψα πως μένουμε κοντά, το πετύχαινα στη γειτονιά...Αχ πόσο τον θέλω δικό μου! Μαζί του ονειρεύομαι θάλασσες, δάση, βόλτες, γέλια...
Όσο τα σκεφτόμουν, τόσο φούντωνα από την απελπισία μου!
Πριν περάσω το φανάρι που οδηγούσε στο δρομάκι μου, κοίταξα πίσω μου. Μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο και ίσα που τον διέκρινα. Περνώ απέναντι, παρανόμως και βιαστικά. Σκέφτομαι πως θα συνεχίσει από τον κεντρικό δρόμο τη βόλτα του και ξεκλειδώνω την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Ήταν δύο δευτερόλεπτα και φάνηκαν αιώνας, καθώς άκουγα την καρδιά μου να κουδουνίζει πιο δυνατά από τα κλειδιά.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της εισόδου, ώστε να συνειδητοποιήσω πόσο ατημέλητη ήμουν και γύρισα δεξιά, ώστε να τσεκάρω αν τελικά πέρασε από το δρομάκι, από την απέναντι πλευρά του δρόμου, μιας και η πόρτα μας έχει τζάμι και υπάρχει η πλήρης ορατότητα. Και τότε έγινε το αναπάντεχο: Όχι μόνο δεν συνέχισε τη βόλτα από τον κεντρικό, όχι μόνο δεν πέρασε απέναντι όπως συνήθως, αλλά για πρώτη φορά και με ανεξήγητη διερευνητικότητα, ελάττωσε ταχύτητα και κοίταζε μέσα από την πόρτα της πολυκατοικίας. Τα'χασα. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πως αυτό το θεσπέσιο πλάσμα ''τσέκαρε'' το σπίτι μου.
Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Με μια δόση άγχους και χαράς, με χαιρέτησε μιλώντας μου έξω από την πόρτα. Ταχύτατα ανταπέδωσα, με τη φωνή μου να βγαίνει από το σώμα και τα γόνατα να κόβονται. Μέσα σε δευτερόλεπτα, άνοιξα την πόρτα. Δεν σκέφτηκα τίποτα, δεν περίμενα τίποτα, απλά το έκανα. ''Πως πάει;'', φώναξα. Στην αρχή δεν με κατάλαβε, συνέχισε να ανεβαίνει την ανηφόρα, εγώ έμεινα παγωμένη. Μάλλον άργησε να συνειδητοποιήσει πως του μίλησα, γιατί ξαφνικά γύρισε πίσω, ζητώντας συγγνώμη. Εγώ από την ταραχή, μόλις γύρισε, απλά όρμισα στον σκύλο του, ο οποίος μου ανταπέδωσε την αγάπη, δίνοντάς μου γλωσσίδι στο πρόσωπο. Έφυγα γελώντας. ''Καλή συνέχεια'', μου ευχήθηκε. Αποκρίθηκα το ίδιο και μπήκα σπίτι μου.
Υπάρχω και αιωρούμαι, στη σκάλα. Η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. Δυο μέρες μετά, περνάει με το ποδήλατο από κάτω, με την κοπέλα του, και τον βλέπω από το μπαλκόνι που κοιτάει αριστερά του δρόμου, την πόρτα μου...
Ήλιε μου, ήλιε μου...Έλα Ήλιε μου... Με λυπάμαι που κοιτάζω με τις ώρες τον δρόμο, με λυπάμαι που κάθομαι στο μπαλκόνι και γράφω, με λυπάμαι που όταν πλησιάζω στο σπίτι μου με πιάνει καρδιοχτύπι, όπως κι όταν ακούω ρόδες ποδηλάτου... Έλα σε μένα, είναι ένα βήμα πριν πιστέψω πως τρελάθηκα.
Ο Μάιος μπήκε με τις πιο ευοίωνες συνθήκες, η πορεία του όμως φανερώνει, ολοένα και περισσότερες δυσκολίες...
Υπάρχω και αιωρούμαι. Τη στιγμή τη βιώνω, αλλά δεν την καταγράφω. Πως να το καταφέρω άλλωστε, το μυαλό μου το πάγωσα, όπως και το πνεύμα μου, μέχρι να κατορθώσω να υψώσω ανάστημα και να σπάσω τα υλικά δεσμά μου...
Υπάρχω και αιωρούμαι, Πρωτομαγιά μου εσύ, μάγια μου 'κανες. Ήταν Παρασκευή, η κυκλοφορία είχε επανέλθει, ας πούμε, στα κανονικά της και εγώ έκανα περίπατο στη γειτονία μου. Το μυαλό και το σώμα μου πετούσαν, σχεδόν αν καρδιοχτύπι, κρατώντας τον ρυθμό της αναπνοής και του βαδίσματος, ακολουθώντας τη μουσική. Κάτι με έτρωγε, ώσπου έχασα τον συντονισμό της αναπνοής μου
Κάποια μέτρα, και σε κυκλική απόσταση από το σπίτι, τον είδα: Ο Ήλιος μου. Ψηλός, μελαχρινός, στιβαρός, με ένα εξίσου πανέμορφο πλάσμα, έκαναν βόλτα. Από την ταραχή μου, και με αφορμή το ότι ήταν δεξιά και ελάχιστα πιο πίσω, απλά συνέχισα τον ρυθμό μου, χωρίς να κλείσω την μουσική που ηχούσε από τα ακουστικά μου.
Συνέχισα να περπατώ γοργά, αναλογιζόμενη πως αυτός ο υπέροχος άνδρας, αυτό το θαύμα ομορφιάς, δεν πρόκειται να γίνει δικός μου. Πες το προκατάληψη, πες το αρνητισμό, είμαι πεπεισμένη πως δεν θα έχω την τύχη να τον προσεγγίσω απαλά και εύκολα. Κάποια πράγματα είναι προγεγραμμένα. Δεν είναι ηττοπάθεια, ούτε κάποια κρυφή αυτο-υποβίβαση. Φυσική εξέλιξη των πραγμάτων θα το πω: Τον συναντούσα παντού, υπήρχε μεταξύ μας κάτι που ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα και μας αποσυντόνιζε, τον συναντούσα ως εργαζόμενο, ανακάλυψα πως μένουμε κοντά, το πετύχαινα στη γειτονιά...Αχ πόσο τον θέλω δικό μου! Μαζί του ονειρεύομαι θάλασσες, δάση, βόλτες, γέλια...
Όσο τα σκεφτόμουν, τόσο φούντωνα από την απελπισία μου!
Πριν περάσω το φανάρι που οδηγούσε στο δρομάκι μου, κοίταξα πίσω μου. Μιλούσε ακόμα στο τηλέφωνο και ίσα που τον διέκρινα. Περνώ απέναντι, παρανόμως και βιαστικά. Σκέφτομαι πως θα συνεχίσει από τον κεντρικό δρόμο τη βόλτα του και ξεκλειδώνω την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Ήταν δύο δευτερόλεπτα και φάνηκαν αιώνας, καθώς άκουγα την καρδιά μου να κουδουνίζει πιο δυνατά από τα κλειδιά.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη της εισόδου, ώστε να συνειδητοποιήσω πόσο ατημέλητη ήμουν και γύρισα δεξιά, ώστε να τσεκάρω αν τελικά πέρασε από το δρομάκι, από την απέναντι πλευρά του δρόμου, μιας και η πόρτα μας έχει τζάμι και υπάρχει η πλήρης ορατότητα. Και τότε έγινε το αναπάντεχο: Όχι μόνο δεν συνέχισε τη βόλτα από τον κεντρικό, όχι μόνο δεν πέρασε απέναντι όπως συνήθως, αλλά για πρώτη φορά και με ανεξήγητη διερευνητικότητα, ελάττωσε ταχύτητα και κοίταζε μέσα από την πόρτα της πολυκατοικίας. Τα'χασα. Προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω πως αυτό το θεσπέσιο πλάσμα ''τσέκαρε'' το σπίτι μου.
Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Με μια δόση άγχους και χαράς, με χαιρέτησε μιλώντας μου έξω από την πόρτα. Ταχύτατα ανταπέδωσα, με τη φωνή μου να βγαίνει από το σώμα και τα γόνατα να κόβονται. Μέσα σε δευτερόλεπτα, άνοιξα την πόρτα. Δεν σκέφτηκα τίποτα, δεν περίμενα τίποτα, απλά το έκανα. ''Πως πάει;'', φώναξα. Στην αρχή δεν με κατάλαβε, συνέχισε να ανεβαίνει την ανηφόρα, εγώ έμεινα παγωμένη. Μάλλον άργησε να συνειδητοποιήσει πως του μίλησα, γιατί ξαφνικά γύρισε πίσω, ζητώντας συγγνώμη. Εγώ από την ταραχή, μόλις γύρισε, απλά όρμισα στον σκύλο του, ο οποίος μου ανταπέδωσε την αγάπη, δίνοντάς μου γλωσσίδι στο πρόσωπο. Έφυγα γελώντας. ''Καλή συνέχεια'', μου ευχήθηκε. Αποκρίθηκα το ίδιο και μπήκα σπίτι μου.
Υπάρχω και αιωρούμαι, στη σκάλα. Η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. Δυο μέρες μετά, περνάει με το ποδήλατο από κάτω, με την κοπέλα του, και τον βλέπω από το μπαλκόνι που κοιτάει αριστερά του δρόμου, την πόρτα μου...
Ήλιε μου, ήλιε μου...Έλα Ήλιε μου... Με λυπάμαι που κοιτάζω με τις ώρες τον δρόμο, με λυπάμαι που κάθομαι στο μπαλκόνι και γράφω, με λυπάμαι που όταν πλησιάζω στο σπίτι μου με πιάνει καρδιοχτύπι, όπως κι όταν ακούω ρόδες ποδηλάτου... Έλα σε μένα, είναι ένα βήμα πριν πιστέψω πως τρελάθηκα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου