Γιατί μου κάνουν τα μάτια σου
Μου ταιριάζουν γιατί έχουν έναν αξεπέραστο συνδυασμό λαγνείας και τρυφερότητας στην κόγχη.
Όταν με κοιτάζουν μου δημιουργούν ένα αίσθημα ασφάλειας και ανησυχίας μαζί
Κοίτα! ακριβώς σαν αυτό που ψάχνω.
Θέλω να ψιλαφήσω αυτό το συνοφρύωμα που κάνουν τα χείλη σου στο τόξο του έρωτα απάνω.
Το ημι-διάφανο αποτύπωμα που άφησε η φύση όταν σου όριζε την έκφραση
και μια φωνή που σιγοτραγουδάει έναν πρωτόγνωρο ορισμό του εαυτό μου
H θέαση του μοχλού σου, που ελέγχει το στόμα και τα δάχτυλά σου, όταν πληκτρολογούν σκόρπιες και άδειες σκέψεις, εμένα μου πυροδοτούν αλήτικες σκέψεις.
Σκέψεις που μοιάζουν με βιώματα, αλλά δεν είναι. Εικόνες ζωντανές που γαργαλούν το χώρισμα των δύο κόσμων της πλάτης μου.
---
Στον έναν δεν υπάρχεις, πρυτανεύει η λογική και προεδρεύει η δυστυχία. Είσαι κάτι σαν ένοχη απόλαυση, σαν μάταια και παραπλανητική εμμονή.
Κάνω άσκοπες, δεξιοτεχνικές κινήσεις και διεκπεραιωτικά καθεστώτα. Δεν υπάρχεις εκεί, δεν μου κάνεις.
Ο εθνικός, δεξιόστροφος ύμνος της πλευράς μου αυτής είναι τα λόγια της πολυαγαπημένης μου: «Άνδρας που δεν είναι τώρα, δεν ήταν ποτέ», γιατί δεν είσαι, δεν ήσουν και σύμφωνα με τη λογική, δεν θα είσαι ποτέ εδώ.
Στον άλλον μου ορίζεις τη σκέψη ώρες-ώρες, κάνει κουμάντο η φαντασία και προεδρεύει η λαγνεία, σε έναν αναρχικό, μποέμ σουρεαλισμό. Εκεί είσαι η απολαυστική μου βρωμιά, το απωθημένο που μου δίνει έναυσμα για να ελπίζω σε μια σωματική ένωση, μια γοητευτική, κρυφή επιθυμία.
Κάνω μεθοδευμένα, αγαπημένες , αριστεροτεχνικές κινήσεις σε αυθόρμητες επιθυμητές αναρχίες. Εκεί μου κάνεις και υπάρχεις για να σε βρω κάπου στα μισά.
Ο εθνικός, αριστερόστροφος ύμνος της πλευράς μου αυτής είναι, ξανά, τα λόγια της πολυαγαπημένης μου: «Χίλιοι άνθρωποι μέσα στο μπαρ και είναι άδειο. Κανένας. Μπαίνει ο έρωτάς σου, τότε μόνο χίλιοι ένας. Οι χίλιοι απλώς κομπάρσοι…», γιατί σε πετυχαίνω ακανόνιστα και μου κόβεται η παροχή αίματος στο σώμα.
Νιώσε λιγάκι παραπάνω την ουσία μου, γιατί διχάζομαι. Αμφιταλαντεύομαι και αυτοακυρώνομαι γιατί δεν διαλέγω κανέναν κόσμο στην περίπτωσή σου, απλά παλαντζάρω σε έννοιες και λόγια τρίτων.
---
Τα λόγια και οι πράξεις σου δεν συγχρονίζονται.
Μου λες δε μπορείς, μου γράφεις πόσο θέλεις και μένω με την αναστάτωση στους πόρους του δέρματος.
Αποτύπωσα τη φλόγα των δυο πηγών μου, με καρδιοχτύπι αλλά και μεγάλο ζήλο.
Των πηγών που τόσο αποζητάς να κατακτήσεις για να ξεδιψάσεις αυτή την έντονη και μοναδική επιθυμία που μου μεταφέρεις. Μου απέστειλες, ώστε να διαπιστώσω οπτικά και αντιληπτικά, το πως ορίζεις πάνω στο κορμί σου τη σκέψη μου.
Η θέασή σου να με φαντασιώνεσαι με εξουσίασε.
Πέρασα τις άκρες των δαχτύλων μου στο στέρνο, ορίζοντας πως είναι τα δικά σου. Έκλεισα τα μάτια και εισέβαλα στο αδιαπέραστο του υποσυνειδήτου σου, ώστε να γίνω στιγμιαία κομμάτι της συνουσίας που ανεδαφικά κεντάμε μαζί και μόνοι.
Θέλω να γευτώ το πλάγιο και πίσω μέρος του λαιμού σου, κατά μήκος του αυτιού. Θέλω να αφομοιώσω το πρόσωπό σου, που όλο το ξεχνάω, ώστε να το φέρω στη θύμηση κάθε φορά που εκπονώ το Ξόρκι του Έρωτα.
Φαντάζομαι ότι έχουμε πραγματώσει τις ουσίες μας σε μία και για μια και μόνο στιγμή ανταλλάζουμε αναμνήσεις προηγούμενης ζωής και τηλεπαθητικά ερωταπαντάμε στα στοιχειά μας.
Θέλω να απελευθερώσεις στο αυτί μου το τέρας της λαγνείας σου.
Αισθάνομαι μόνη και το μέτωπό μου καίει. Ακούω ανεπαίσθητα έναν ψίθυρο, να φωνάζει το όνομά μου, μανιασμένα και με πάθος τόσο διεστραμμένο που καταντά οργή.
Ένα ιδρωμένο και διογκωμένο σώμα είναι αυτό που προσελκύω και επικαλούμαι, με αυτά τα λόγια. Το δικό σου.
Με ιδρώτα ευεργετικό για τις ανοιχτές μου πληγές. Ψυχοπαθολογικά ιδανική ουσία.
Το σώμα με πονά από ένα πάθος που δεν εκδηλώθηκε και έγινε εσωτερική παθογένεια. Συνιστώσα μου όρισα, για όσο κρατήσει αυτή τη φορά η φαντασίωσή μας, το στιβαρό σου άγγιγμα.
---
Για μια στιγμή με φαντάστηκα να ασπάζομαι τις σκοτεινές δυνάμεις του Όλου, ώστε να ρίξεις τις ιδεατές σου άμυνες.
Εσύ πιστεύεις πως δεν δύναμαι να κατανοήσω το πόσο πολύ λαχταράς την ένωσή μας, εγώ σου εγγυώμαι πως μπορώ παραπάνω από όσο έχει πλαστεί το μυαλό σου ώστε να καταλάβει.
Μου λες δεν σε πιστεύω, σου απαντώ πως όχι, γιατί απαρνείσαι τη συναναστροφή μας.
---
«Με εμάς τους δύο, κάτι θα συμβεί, κάποια στιγμή». Ποιά στιγμή; Ο χρόνος δεν υπάρχει εκεί από όπου προέρχομαι εγώ.
Στο Βασίλειο της Ανυπαρξίας μου μιλάς μια ακαταλαβίστικη γλώσσα και εγώ το προσπερνώ.
Γιατί πιστεύω πως τη γλώσσα τη γεύεσαι, δεν την ακούς.
Για αυτά, και άλλα πολλά, μου κάνουν τα μάτια σου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου