Μη κοιτάξεις πίσω, θα σκοντάψεις





Μάζεψα λίγα ρούχα σε έναν σάκο, δύο ζευγάρια παπούτσια, μερικά κραγιόν, τα φτερά μου και ένα φυτό. Υποσχέθηκα, κλείνοντας την πόρτα να μην γυρίσω να κοιτάξω πίσω.

Η γήινη μητέρα μου κλαίει, κλαίω και εγώ. Κόβουμε τον δεσμό, για ακόμη μια φορά. Αυτή τη φορά, όμως, είναι διαφορετικά. Αυτή τη φορά, θα φύγω στη μεγάλη πόλη. Η στάση στην ''Επαρχία των Αγκαθιών'', τελείωσε. «Αθήνα μου! Η πόλη των ευκαιριών, των τρελών και των μπερδεμένων!».

-«Πού θα βρεις καλύτερα από την Επαρχία των αγκαθιών;», με ρωτάει ο άνθρωπο που συνέβαλε τη σύλληψή μου.

-«Παντού είναι καλύτερα από δω», απαντώ και δεν περιμένω να με νιώσει.

Έφυγα με δάκρυα, χωρίς λεφτά και με την καρδιά τσακισμένη. Οι γνώμες για το πως να ζήσω τη ζωή μου, πολλές και διάφορες. ¨Όλα τα γήινα πλάσματα είχαν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που δεν τους επέτρεψα να μου κάνουν. Έφυγα για τους λάθος λόγους, την πιο κατάλληλη στιγμή.

Ήταν Μάρτης όταν γνώρισα ένα πολύ όμορφο, αλλά πληγωμένο αγόρι. Ψηλός, λεπτός, γυμνασμένος, με ανέμελα κοντά σπαστά μαλλιά και δυο μάτια αλεπουδίσια και κεχριμπαρένια. Ίππευε το όχημά του και τραβούσε τα βλέμματα όλων. Ήσυχος, διακριτικός, αλλά πολύ θλιμμένος. Δεν το είχα καταλάβει τότε, γιατί με παρατηρούσε πολύ.

-« Ωραίο φτερό», μου είπε

--«Ω! Ευχαριστώ», του απάντησα. Δε το είχα καταλάβει, αλλά από εκείνη τη στιγμή, και για αρκετές στιγμές, θα πονούσα για εκείνο το θλιμμένο και όμορφο παιδί.

Περάσαμε μαζί αρκετές κλειδωμένες και παράνομες (δια καθεστώτος) νύχτες μαζί. Μοιραστήκαμε λέξεις, μουσικές, βόλτες, φιλιά και ένα είδος έρωτα που είναι και δεν είναι. Από τα μάτια και τα μισόλογά του, καταλάβαινα ότι με έχει ερωτευτεί ανείπωτα. Βασικά, διόρθωση: ΝΟΜΙΖΑ

Ύστερα από ένα μήνα έφυγε. Με άφησε να ζητώ εξηγήσεις και να τις παίρνω με κόπο, όταν ήθελε. Μου μίλησε, δεν του πέρασε λέει, αλλά δεν μπορεί.

-«Μπορούμε να βρισκόμαστε που και που, ούτε εμένα μου πέρασε», του είπα.

-«Ναι, καλή ιδέα», μου απάντησε. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα.

Μάζεψα τα πράγματά μου και έκλεισα την πόρτα της πιθανής διαμονής μου στην επαρχία. Μέσα σε αυτούς τους λίγους μήνες, είχα καταφέρει όλη την πόλη να ακούει τη φωνή μου και τη μουσική μου. Γνώρισα μεγάλα πνεύματα, επανασυνδέθηκα με τις ανθρώπινες ρίζες μου, αλλά έκανα ένα ασυγχώρητο λάθος. Πίστεψα.

Πίστεψα πως το μελαγχολικό αγόρι θα μπορούσε να γίνει ο σύντροφος που γυρεύω χρόνια. Θα έμενα για χάρη του στην πόλη που με πόνεσε και με απέρριψε όσο καμία, υποβάλλοντας τον εαυτό μου σε ένα αυτόβουλο βασανιστήριο. Πόσο κουτή είμαι! Τις μάγισσες δεν τις αγαπάνε.

Τα μελαγχολικά αγόρια, για να ξεπλύνουν τη θλίψη της ανυπαρξίας που γεννιέται μέσω της ωραιοπάθειάς τους, δε δίνονται ούτε προσωρινά σε μια. Περιπλανόνται από κορμί σε κορμί, από ψυχή σε ψυχή, έως να ανακαλύψουν την πιο καλοδουλεμένη, καλοστημένη, λεπτολογικά παπαγαλιοφόρα των τσιτάτων, αιθέρια ύπαρξη. 

Σώφρων, (ας σε πούμε έτσι, μιας και ο ορθολογισμός σου μου την έδινε) μου λείπεις που και που και είναι αστείο γιατί δεν σε είχα ποτέ. Μην με πάρεις τηλέφωνο, κι ας το θελήσεις. Δεν τα ήθελες τα δυνατά μου ένστικτα και πάθη. Τις μάγισσες δεν τις θέλουν στην Αγκάθινη, βρες μια απλή και γήινη να σου κάνει τα γλυκά μάτια, 3 παιδιά και όλα τα χλιαρά γούστα.

Σχόλια