Γιατί εκπίπτουμε στα ίδια λάθη, ξανά και ξανά; Ποια είναι αυτή η μαζοχιστική ανάγκη που με κάνει να μη μπορώ να σου πω όχι; Γιατί δεν μπορώ να σε στείλω κατευθείαν εκεί που σου αξίζει, στην αποτύπωση του εσωτερικού σου κόσμου, στον ίδιο σου τον εφιάλτη, στην ναρκισσιστική, ατέρμονη κόλαση του κλαυσίγελου που εσύ αποκαλείς ψυχή;
Όλοι έχουμε μια σκοτεινή πλευρά. Οφείλουμε να την αναγνωρίζουμε, να είμαστε οκ και με αυτή την τάση του εαυτού μας. Για άλλους είναι οι ενοχές, για άλλους τα κρυφά τους πάθη, η καταπιεσμένη σεξουαλική ορμή, πρωτόγονα αισθήματα πολέμου και οργής... Η δική σου είναι αυτά τα περίτεχνα κέρατα που της φοράς χαμογελώντας, κρατώντας της το χέρι, ψιθυρίζοντας σ 'αγαπώ ενώ έχεις το θράσος να την κοιτάς στα μάτια τις Κυριακές που αράζετε με φιλικά και συνομήλικά σας ζευγάρια.
Η δική μου είναι η οργή μου, αυτό το καταπιεσμένο παιδί που όσο και να έκλαψε, όσο και να πόνεσε, δεν μπόρεσε να βλάψει κανέναν. Μόνο που κάθε φορά που ξυπνάει, αυτή η διψασμένη και παραμελημένη μου ''κόρη'', συμβαίνουν κακά πράγματα. Λες και όλο μου το Είναι συνδέεται με μια Ανώτερη, Θεία δύναμη, μυστικιστική, που δεν γνωρίζω ούτε το όνομα, ούτε την προέλευσή της. Αγνή δεν τη λες, ούτε σατανική. Τη λέω Δίκαιη, ταμπεραμεντόζα, ακούραστη και καταστροφική.
Δεν μου έχει χαρίσει τα αποτελέσματά της, δεν με αφήνει να τα δω. Αισθάνομαι τη σαρωτή ενέργεια να τρυπάει το σώμα μου, ενώ παράλληλα μου καίει τα μηνίγγια, ύστερα το ταβάνι και έπειτα να γίνεται ένα με την κοσμική δικαιοσύνη. ίσως απλά να το ελπίζω κρυφά μέσα μου, καθώς κανένας σας δεν πήρε την πίκρα που μου χάρισε πίσω. Ακόμη, τουλάχιστον.
Φοβάμαι καθώς αντιλαμβάνομαι τη δυστυχία που μπορώ να σκορπίσω, χωρίς να κουνήσω ούτε ένα δάχτυλό μου. Φοβάμαι όταν ξυπνώ ήρεμη, και το σκέφτομαι, χαίρομαι με μια πληρότητα γεμάτη δηλητήριο όταν συμβαίνει. Αυτή είναι η σκοτεινή μου πλευρά.
Χαώθηκα τις προάλλες, σπίτι μου, όταν έφυγες. Μου άνοιξες μια πλευρά του εαυτού σου που πεθαίνω να γνωρίσω και παρακαλάω καθημερινά το σύμπαν να ου υποδείξει. Αλλά μάταια. Εσύ εκεί, αναλώνεσαι, μπερδεύεσαι και βολεύεσαι εκεί. Με πόση περίσσια άνεση μου αποκάλυψες πόσο εύκολα δίνεσαι από δω και από κει!
Γιατί με φίλησες τόσο πολύ, γιατί με άγγιξες και με επιθεώρησες σαν κάτι πολύτιμο; Γιατί δεν μου έσκισες απλά τη σάρκα, χίλια γιατί! Η σύνδεσή μας είναι της αμαρτίας, που ξεδιψάει τους κατατρεγμένους, που τη φοβάται ο ''θνητός'', τη ζητάει κολασμένα ο συνετός. Δεν μπορείς να με μπερδεύεις με ανείπωτους έρωτες, δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό. Δεν με βλέπεις που κρέμομαι από μια κλωστή για 'σένα; Πως να το δεις;!;
«Δεν είσαι και πολύ ευαίσθητη ως άνθρωπος, ε;».
Εκεί τα χάνω. Γέλασα. Χαμογελάω σαρκαστικά και απαντώ: «Έτσι λες;».
«Έτσι με αντιμετωπίζεις».
«Αυτό που βλέπεις, το έχω επιλέξει, μόνο με έχουν εκμεταλλευτεί για την υπερευαισθησία μου γενικά, οπότε οι άνθρωποι θα πάρουν αυτό που τους αξίζει.».
«Καλά με κάνεις », μου είπες.
Αφού είσαι κάθικας σωστός, γιατί προσπαθείς να δεις μέσα από μένα; Γιατί ψάχνεις την ουσία μου, αφού δεν είσαι σε θέση να την καταλάβεις; Ποια διεστραμμένη ανάγκη είναι αυτή που σε κάνει να πρέπει να δεθείς, υπό τους όρους σου, με κάθε αιδοίο που θα αφεντέψεις, μέχρι να γυρίσεις σε κείνη;
Μου μίλησες για το χόμπι σου, ξέρεις αυτό που γυρνάς από συνουσία σε συνουσία και μετά σαν κενό κουφάρι ψάχνεις την ουσία ''στην έτσι σου'' και μου πέταξες το επικό: «Ξέρεις, και εγώ δεν είμαι αυτό που δείχνω, περί ευαισθησίας...».
Και τί είσαι μεγάλε Α; Αυτός που δείχνει ενδιαφέρον για την μικρή μου Κίρκη, που την έχασα από κοντά μου το καλοκαίρι, αυτός που μου σαπουνίζει την πλάτη προσεκτικά, που δείχνει περιέργεια για τις παιδικές μου φωτογραφίες και μετά με φαντασιώνεται για να μείνει τύπος, υπογραμμός και υπογαμός στην κυρά του και τον παρά του;
Την σύνδεσή μας την παγώνω, την αρνούμαι, την καταστρέφω, άφησέ με να ζήσω. Δε θέλω να σε σκέφτομαι όταν κορυφώνομαι σε άλλες αγκαλιές, ούτε μόνη. Μη με σκεφτείς, πέταξέ με, η ενέργειά σου είναι περιττή. Να με θυμάσαι σαν το κοριτσάκι που σου ξυπνούσε αυτό το κάτι, αυτό το παθιασμένο αίσθημα ανεξήγητης έλξης και ηδονής, και να χαμογελάς. Δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω η γυναίκα σου, ούτε συμβατικά, ούτε θεωρητικά, επειδή σε ξέρω. Δεν μπορείς να μου πιάσεις το χέρι, να με κοιτάξεις στα μάτια και να με πείσεις, όπως εκείνη. Δεν δίνεσαι εσύ, δεν μπορείς.
Σου ζητώ απέλπιδα, ένα πράγμα. ΑΣΕ με να ζήσω, άσε με να υπάρξω αλλού. Αφού δεν ήσουν ποτέ δικός μου, απελευθέρωσέ με από την σεξουαλική μας τηλεπάθεια. Την επόμενη φορά που θα σκεφτείς να μου στείλεις, μη το κάνεις. Μόνο πάρε με τηλέφωνο, αν είσαι έτοιμος να απαλλαχθείς, με πόνο και αίμα, από την ''θνητή'' σου φύση. Ποιόν κοροϊδεύω, δεν το' χεις...!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου