Δεν μου αρέσει να με φωνάζουν με το όνομά μου



Δεν μου αρέσει να με φωνάζουν με το όνομά μου, δεν αντέχω να το διαβάζω στις αλληλεπιδράσεις.

Μ’ εκνευρίζει να μου απευθύνονται, προσφωνώντας με με το μικρό μου.

«Πάει, τρελάθηκα», σκέφτηκα. Τι καινούριο είναι πάλι τούτο!

Πάντα μου άρεσε το όνομά μου το μικρό, ειδικότερα το κομμένο. Με το βαφτιστικό είχαν να κάνουν οι δαίμονές μου. Αρχικά γιατί ήταν της άλλης της γιαγιάς, όχι της δικιάς μου της γιαγιάς, της οποίας έχω κληρονομήσει το τρίπτυχο από το οποίο πηγάζουν όλα μου τα προβλήματα (το όνομα, τη φάτσα και το χάρισμα) και έπειτα γιατί είχα δεχτεί ανελέητο bulling από τα ψυχικά ακάθαρτα παιδιά της καταραμένης πόλης, στο σχολείο.  

«Είσαι όνομα και πράγμα», μου είχε πει πολλές φορές ο κύριος Άλφα, «σου ταιριάζει ολόκληρο το όνομά σου», μου υπενθυμίζει συχνά ο μικρός μου Δρυίδης. Κάπου το έχω πιστέψει και έχω κάνει ειρήνη με αυτό.

Και εκεί που νιώθω καλά, πνευματικά και παιχνιδιάρικα (αναλόγως με ποιο θα με προσφωνήσεις), ξαφνικά μου τη δίνει να διαβάζω το όνομά μου, περισσότερο κι από το να το ακούω.

Χίλια ψευδώνυμα, ο ίδιος άνθρωπος από πίσω. Προτιμάω ακόμα και το ‘’εεε’’, ‘’επ’’ και πάει λέγοντας. Το δικό μου δεν το μπορώ, με φτάνει στα όριά μου. Και τότε συνέβη κάτι που μου φανέρωσε όλη την ωμή και ανυπόφορη αλήθεια.

Όταν αντίκρισα ξανά, μετά από πολύ καιρό τον αγόρι δίχως όνομα, συνειδητοποίησα 2 πράγματα:

1.      Όσο και να ξεγελάω τον εαυτό μου, όσο και να έχω συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια να τον απωθώ στα άδυτα του ασυνειδήτου μου, πάντα θα με καίει πολύ η σιγανή φωτιά που δεν σβήνει για εκείνον. Αυτός ο πόθος που δεν με αφήνει να του δώσω, αυτό το ανώνυμο συναίσθημα που με βαραίνει, με τρελαίνει και με τρώει και που το έχω μόνο για εκείνον. Πάντα θα θέλω να τον ξαναδώ. Αλλά ποτέ δεν με αφήνει.

2.      Όταν κάναμε μια γρήγορη αγκαλιά και ανταλλάξαμε μερικές γενικότητες, κρεμόμουν από τα χείλη του. Ει, επ, βρε και άλλα τέτοια γαϊτανάκια, εγώ περίμενα να ακούσω ένα πράγμα να βγαίνει από αυτό το στόμα: το μικρό μου όνομα.

Το τόσο δα, μικρούλι μου όνομα, να προφέρεται με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει. Η φωνή που σπάει κάθε νοητό μου φραγμό να συγκεντρώνει τα γράμματα του ονόματός μου στη σειρά και να παίζει στο μυαλό μου σαν catchy τραγούδι, όλη μέρα. Η χροιά που ολοκληρώνει το πρόσωπο το οποίο με έναν πονηρό υπαινιγμό του, ένα κρυφό γελάκι, με κάνει να μετράω τους σπονδύλους της ραχοκοκαλιάς μου.

Αυτό μου φταίει, το παραδέχομαι και το μετανιώνω την ίδια στιγμή. Τώρα που εκφράστηκε κάπου, τώρα είναι που θα με απογοητεύσει για ακόμη μια φορά, όπως κάνει πάντα. Όχι μόνο γιατί δεν μου ολοκληρώνει τη λάγνα μου ανάγκη, αλλά γιατί μου εκφράζει τον πόθο που και που και μετά τον δίνει αλλού.

Οπότε, φωνάξτε με μόνο με το ψευδώνυμό μου.

 




Σχόλια