Αύγουστος
Πολλά υποσχόμενος
Μέτρια προσκείμενος
Και βαριά επικείμενος
Κάτι είχε πάντα ο Αύγουστος. Τυχαία, νομίζεις, γράφτηκε σε τραγούδι, ποιήματα, στιχάκια επιδέξιων ποιητών της κα*λας και διαδικτυακά προφίλ γυναικών που ζητούν μανιασμένα την ανδρική επιβεβαίωση της ύπαρξής τους; Χαα… αφοριστικότατη, σταματάω εδώ, καθώς το τραύμα είναι ακόμα νωπό.
Κάτι είχε πάντα ο Αύγουστος, λοιπόν, το καθοριστικά έντονο. Θαρρώ πως ανήκει στην κοινή ηλιθιότητα και αχαριστία της κοινής θνητής ζωή μας… όλ@ (σχεδον όλ@) εκτιμούν καταστάσεις και πράγματα όταν τα χάσουν ή έστω, όταν τείνουν να τελειώσουν. Έτσι και με τον φίλο μας τον Αύγουστο…
Τελευταίος μήνας καλοκαιριού, μήνας αδειών, ίσως άθελά του σηματοδοτεί και καθορίζει την ελευθερία μας. Από τη Β’ Λυκείου και μετά, το καλοκαίρι δεν έχει 3 μήνες, βιωματικά, αλλά έναν. Οι δύο πρώτοι περνούν σαν τους υπόλοιπους: Εξευτελιστικά αργά και ασυναίσθητα γρήγορα. Έναν σωτήρα-Αύγουστο περιμένουμε, είτε είμαστε στην εφηβεία, είτε στην ενήλικη ζωή της σκλαβιάς μας.
Αφού, λοιπόν, ξεκαθαρίσαμε ότι το καλοκαίρι έχει 1 μήνα, τι μπορεί ένα μικρό και αδύναμο μυαλό να προγραμματίσει και να προλάβει; Μέχρι να σχεδιάσει, να πραγματώσει και να συνειδητοποιήσει (κυρίως αυτό) τί βιώνει, έχει ήδη τελειώσει.
Εμείς που λαχταρούσαμε, κάποτε, να βρεθούμε με πρόσωπα αγαπημένα ή ποθούμενα, εκεί να δεις πως υποφέραμε. Η έκρηξη συναισθημάτων ήταν τόσο καταστροφική που εν τέλει μέναμε αέναα μαρμαρόχειλοι και σαστισμένα ακατάλληλοι. Πως ένα μικρό, θνητό και φυλακισμένο μυαλό να κινητοποιηθεί και να πράξει αναλόγως συναισθήματος, όταν δεν προλαβαίνει να αντιληφθεί ότι ‘’τώρα θα νιώσεις, και θα νιώσεις για τα καλά…’’.
Αύγουστος: Πολλά υποσχόμενος, μέτρια προσκείμενος και βαριά επικείμενος
Αύγουστος: Πολλά υποσχόμενος
Με τις σκέψεις και τις ευθύνες να περιπλέκονται παρανοικά επικίνδυνα, το καλοκαίρι κυλούσε και έπαιζε με τα νεύρα μου κάποιου είδους κακόγουστο και πρωτοφανές παιχνίδι. Επειδή 1 δουλεία= καμία, γιατί Ελλαδιστάν στον υλικό κόσμο, ξεκίνησα και δεύτερη.
Αρχικά, για να μην έχω δικαιολογία πλέον την αφραγκία μου για την ανυπαρξία μου και έπειτα για να βουλώσω τις τρύπες που άφησε στην καρδιά μου η έλλειψη φλερτ και προσωπικής ζωής, που με κυνηγάει από τα γεννοφάσκια μου.
Λογικά κάποιου είδους νοητής σφραγίδας μου έθεσαν στο κούτελο, ο ακατάλληλος πατέρας μου και οι πολυαγαπημένες του, μητέρα και ‘’κατισαναδελφη’’ του. Χρόνια το αισθάνομαι το πλάκωμα αυτό, σαν θεωρία που βασίζεται σε μια ημιμαθή γενεαλογία που ποτέ δεν θα αποτινάξω από πάνω μου. Ή μήπως η θεωρία μιας επικείμενης κατάρας, που αποτελεί πρανοική προσέγγιση για την επιστήμη, κάπως κατευνάζει λογικά τα αναπάντητα γιατί μου, όσον αφορά το άλλο φύλο…?
Όπως και να’χει, έψηνα το κορμάκι μου με αλάτι κάθε λογής, παρά θαλασσινό, όπως θα μου έπρεπε. Κάπου άφησα χώρο σε ένα ατομάκι που θεωρούσα δικό μου, τον Ίωνα, να με επαναπροσεγγίσει ερωτικώς. Θες η ανάγκη μου για ρομάντζο, θες η σεξουαλική μου δίψα, υπέκυψα στο να πιστέψω ότι κάποιο αρσενικό θα με εκτιμήσει ή έστω θα σεβαστεί τη μοναδικότητά μου. Μάντεψε, για ακόμη μια φορά, ‘’δεν είσαι κάτι το ξεχωριστό Κίρκη μου’’.
Αυτά τα λόγια φόρεσα στο κορμί και το μυαλό μου, αυτοκαταστροφικά και προφανέστατα πήγαζαν από μένα, όχι από εκείνον.
Με κεφάλι βαρύ και κουρασμένο, μπήκε ο Αύγουστος και με βρήκε στην αναμονή. Ο Ίων είχε φύγει, κυνηγούσε θεωρίες, μουσικές και ουσίες που πάντα υποστηρίζει ότι ελέγχει, αλλά ποτέ δεν το καταφέρνει. Δούλευα, έπινα και περίμενα. Περίμενα να βγω, περίμενα να τελειώσει η μια δουλειά, μετά η άλλη. Έκλαιγα και δεν είχα υπομονή. Κοίταζα το ρολόι, έβγαζα βόλτα το σκυλί, έπινα πάλι. Κοιμόμουν μόνη, ξυπνούσα μόνη, περίμενα. Μαζευα ρούχα και τα κοίταζα.
Ένα ζευγάρι φίλων με κάλεσε σε ένα μέρος που έμοιαζε με νησί αλλά δεν μπορώ να το πω έτσι. Είχε βουνά και πολύ ψηλά κύματα. Θα μέναμε 6 μέρες στο σπίτι του φίλου τους του Επιστήμονα. Καλό παιδί. Καλή παρέα, θάλασσα. Τι μπορεί να πάει λάθος?
Αύγουστος: Mέτρια προσκείμενος
Οι μέρες περνούσαν μέτρια. Μέτριες παραλίες, μέτρια μέρη, μέτρια συναισθήματα και ουδέτεροι άνθρωποι. Πολύ άγχος, πολλές σκέψεις και βαρεμάρα. Δε φταίει η παρέα, είναι από άλλο πλανήτη. Εκεί που οι άνθρωποι σμίγουν και κάπως μπαίνουν σε μια τροχιά και γίνονται μια μάζα. Και δεν έχουν πλέον προσωπικότητα, είναι στοιχείο τους το ότι είναι ‘’ζευγάρι’’.
Όσο για τον φίλο, υποτίθεται πως του άρεσα, αλλά δεν το εξέλαβα ποτέ. Και μένα μου άρεσε, αλλά ξέρεις τώρα. Πολύ έξτρα, πολύ κάτι ζε νε σε κουά, το γνωστό που βγάζω και δεν με πλησιάζει ούτε δείγμα αρσενικού.
Σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι δεν τρελάθηκα. Εμφανισιακά ήταν πολύ χαριτωμένο παιδί, αλλά δεν μπορούσα να νιώσω αυτό το ‘’αχ’’, το οποίο πολλάκις με έχει καταστρέψει και συνεχίζει. Και είναι και το άλλο. Για πόσο καιρό θα είμαι εγώ η τρελιάρα? Με τις ενέργειες, λειτουργεί περίεργα ένας ιδιαίτερος νόμος: Για να ανανεώνονται, πρέπει να αλληλεπιδρούν.
Περνούν οι μέρες και είμαι κυριολεκτικά με το 1 πόδι στο Αγαπημένο μου Μέρος. Είμαι στο ‘’σαν νησί’’ και σκέφτομαι το μέρος μου. Πεταρίζει η καρδιά μου κάθε μέρα, μετράω αντίστροφα. Φεύγουμε.
Πολύωρο ταξίδι και μικρές ταχυκαρδίες. Με την ψυχή στα μάτια, φτάνουμε. Ο καιρός με προειδοποιεί για αυτό που θα βιώσω, αλλά εγώ δεν ακούω, ούτε βλέπω. Ακολουθώ το ένστικτό μου που με φέρνει σε ένα μουσικό μέρος. Και πάλι πίνω, αυτή τη φορά από χαρά.
Αύγουστος: Bαριά επικείμενος
Μου κόβεται η ανάσα. Ο Δίχως Όνομα έχει επισήμως καταστρέψει τον Αύγουστο. Χαιρετιόμαστε και όσο τα δευτερόλεπτα περνάνε, παίζουν στο μυαλό μου κασέτες: Πως με κοίταξες για πρώτη φορά, πως μιλήσαμε, πως στέλναμε που και που, πως νευρίαζα, πως περίμενα, πως πλησιαστήκαμε, πως αρνήθηκα το κορμί σου, πως θα ξαναζούσαμε τη στιγμή, πως ξαναέζησα μόνη τη στιγμή, κενή, πως έκλαψα, πως περίμενα, πως σεξουαλικοποιήσαμε ο ένας τον άλλον από μακριά, πως και γιατί οι ζωές μας περιπλέχτηκαν τόσο και εμείς ακόμα γυρνάμε ο ένας στον άλλον την πλάτη, όλα. Για κλάσματα του δευτερολέπτου έχασα τις αισθήσεις μου, ξύπνια. Τα μάτια μου κενό πανί προβολής του παρελθόντος, η όσφρησή μου περιορίστηκε στο πως μυρίζεις, τα χείλη μου παρέλυσαν, τα χέρια μου έτρεμαν, η ακοή μου χάθηκε, σαν να πάγωσε ο χρόνος. Μόνο το ένστικτό μου έμεινε, παράλογα παρόν. Μου κάνεις κακό, η σύνδεσή μα είναι κολαστήριο.
Η βραδιά, όπως και μερικές ακόμη, κύλησαν με σένα και μένα να μιλάμε γενικά, πειρακτικά και χωρίς περιεχόμενο. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε, ούτε να αλληλεπιδράσουμε. Με έπνιγε ο πόθος μου και με έκανε νευρική και ατσούμπαλη. Με είπες μάγισσα και συνέχισες να το γράφεις και να το λες, κάθε φορά που μιλούσαμε όλοι μαζί. Και φαντάσου δεν σε έχω ακουμπήσει ποτέ όπως θα ήθελα. Το πόσο δεν είμαι εγώ όταν σε βλέπω με τρομάζει, με μπερδεύει όμως το πόσο νιώθω ο εαυτός μου παράλληλα. Σαν να βραχυκυκλώνω και δεν εκφράζομαι.
Με εκδικήθηκες. Με έκανες να θέλω να κάνω πολύ άσχημα πράγματα. Η φωτεινή μου εκδοχή πάλευε να καταπιέσει τη σκοτεινή, με νύχια και δόντια. Με έκανες να διακινδυνεύσω να αμαυρωθώ, ασυγχώρητα και μόνιμα. Η οργή μου με είχε κυριεύσει σε επικίνδυνο στάδιο και εγώ την έπνιγα. Με έκανες να αναλωθώ για μέρες, να μου ροκανίσει το είναι η ζήλια. Η ερωτική ζήλια μου, η αιώνια φυλακή μου, το εμπόδιο για την πνευματική μου ανέλιξη, το ψεγάδι που κουβαλάω γονιδιακά και ακατανίκητα. Θλίβομαι, κλείνομαι κι άλλο.
Φεύγει ο Αύγουστος και εγώ ακόμα κουρασμένη. Στη μεγάλη πόλη, με 2 δουλειές, ερωτικές συνευρέσεις χωρίς έμπνευση, διεκπεραιωτικές. Και να σε σκέφτομαι. Πόσα μπορούσαμε να ζήσουμε στο Αγαπημένο μας μέρος και τα κατέστρεψες όλα. Εγώ σε πόθησα, σχεδόν όσο κανέναν, για΄τι σε λαχταρώ καιρό και εσύ με ακυρώνεις. Και με μισώ, όχι που δεν σε διεκδικώ, αλλά που τρέμω τη στιγμή που θα μάθω για τη νέα σου αγαπητικιά. Ξανά. Αυτή τη φορά πονάει, γιατί στην πλάτη μου κουβαλώ τα χρόνια λαχτάρας και χιλιομετρικά η απόσταση μεταξύ μας είναι γελοία. Πνευματικά μάλλον τεράστια.
Δεν ξέρω σε ποι@ να μιλήσω για σένα, κουράστηκα. Στη Θεά ζητώ αποδέσμευση και δεν μου τη δίνει. Μένω να υποφέρω και να παρακαλάω να αδειάσω από αισθήματα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που νιώθω για σένα, αλλά σίγουρα δεν το αντέχω άλλο.
Δώσε μου αυτό που ζητώ, ή αποδέσμευσέ με μια και καλή. Επικαλούμαι τις δυνάμεις της Φύσης, τα Στοιχεία, τα Πνεύματα, όσα μας περιβάλλουν, να μας ενώσουν ή να με απαλλάξουν από τα αισθήματα αυτά. Και έτσι έκλεισε ένας ακόμη Αύγουστος. Η στιγμή που θα ξαναζήσουμε ήταν από τις πιο όμορφες και συνάμα από τις πιο δύσκολες του καλοκαιριού. Καλύτερα να με χτυπούσες μια φορά, παρά να με ακυρώνεις δέκα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου