Και φυσικά χάνω.
Πρόσωπα σκυφτά σε οθόνες, κορμιά κουρασμένα και μονίμως αφηρημένα.
Λάθος ζούμε, λάθος αγαπάμε, λάθος κάνουμε κάτι που μοιάζει με έρωτα αλλά είναι κάτι μεταξύ αγανάκτησης, μίσους και αντικαταθλιπτικού.
Να σταματούσε ο χρόνος, παλεύω εσωτερικά και παλινδρομώ. Δεν τον αντέχω αυτόν τον αιώνα, απεγνωσμένα ψάχνω κάτι να με εκφράσει και δε μπορώ. Όλα τοίχος, όλα μια ανημπορία.
Πονάει το μυαλό μου και ακολουθεί το σώμα μου.
Έτρεξα, επί ματαίω, στο αγαπημένο μου μέρος για ένα διάλειμμα. Κανένα διάλειμμα. Η δουλεία συνεχιζόταν από οπουδήποτε βρίσκομαι, είναι η ποινή μας αυτή. Αν και καλύτερα, ένα μικρό βήμα βελτίωσης από τις προηγούμενές μου επιλογές, και πάλι με πνίγει, όπως όλα. Όλα με πνίγουν.
Ήρθα στο αγαπημένο μου μέρος και σε μια παραζαλη των ημερών από αλκοόλ και νοσταλγία, ενώθηκα με ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο. Πάλι επί ματαίω, καθώς ακόμη ένας δε κατάφερε να μου χαρίσει αυτό που αναζητώ. Αυτό για το οποίο θα πουλούσα φθηνά την ψυχή μου στις κακές δυνάμεις αυτού του σύμπαντος, καθώς οι καλές με άφησαν πολλά χρόνια στο περίμενε και στην απογοήτευση. Αρκετά τα μαθήματα - και τα παθήματα, ήρθε η ώρα να ζήσουμε.
Ο Χαίρων (με περίσσια ειρωνεία η επιλογή ονόματος) ήταν ένα αγόρι πολύ θλιμμένο, επειδή ήταν διαφορετικό. Είχε ξεπροβάλλει από τα παραμύθια του βορρά. Ήταν αποτέλεσμα ένωσης μιας γυναίκας από το Αγαπημένο μέρος και ενός αγνώστου άνδρα, με υλικό που κανείς δε γνώριζε. Και αυτό αποτέλεσε την ψυχική καταδίκη του.
Τον αγάπησα πολύ από μικρή, με πρόσεχε, γελούσαμε, ήταν πολύ καλός μαζί μου. Ήταν ένας από εμάς και όταν λέω εμάς, δεν εννοώ τους συνομηλίκους του μέρους: Εννοώ τους διαφορετικούς.
Με αγαπούσε όμως και αλλιώς. Πολύ. Όσο δεν με έχει ερωτευτεί ποτέ κανεις, ακόμα και μέχρι τωρα.
Εγώ όμως όχι, ήμουν πολύ παιδί, μέσα και έξω. Πάλευα με τις δυνάμεις μου και η πνευματικότητά μου δεν με είχε ακόμη επισκεφτεί.
Είχε αγνή ψυχή και όλοι επιδίωκαν να του την πάρουν. Είχε πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα από τα λαϊκά παιδιά της επαρχίας που με ζήλο επιδείκνυαν ως κόκορες τον υποτιθέμενο ανδρισμό και τις "ελλέβορες" γλώσσες τους. Ήταν τόσο εύθραυστα και πληγωμένα, καθότι σπόροι φασιστικών ανδρείκελων, οπότε του έβγαζαν όλο το μίσος και την κακομοιριά της προσωπικότητάς τους.
Του χτυπούσαν την ψυχή και το σθένος,ώσπου μια μέρα αποφάσισε να ανέβει στο βουνό και να γίνει ένα με τον βράχο. Ανέβηκε τόσο ψηλά, που ξέχασε το μονοπάτι της επιστροφής. Ο δρόμος ήταν τόσο τραχύς και επικίνδυνος που παγιδεύτηκε εκεί πέρα. Οι μήνες περνούσαν, ο Χαίρων είχε γίνει ένα με τη φύση. Ήταν πέτρινος, πολύ σκληρός και αιχμηρός. Όταν βρήκε το μονοπάτι της επιστροφής οι συγχωριανοί του δεν τον γνώρισαν. Τους άρεσε αυτή η νέα εικόνα του.
Εμένα με ξέχασε. Δεν ήθελε να βλεπομαστε πια, δεν μου μιλούσε, με περιφρονούσε και δεν τον διαπερνούσε τίποτα. Έκανε πως με είχε ξεχάσει.
Είχε γίνει ένας από αυτούς πια, αυτούς που τόσο αντιπαθούσε. Πόσο πάλευε να τον αποδεχτούν και να ταιριάξει. Ο θυμός και η σκληρότητα μεγάλωναν και είχε γίνει "άνδρας" πια.
Ενηλικιωθήκαμε. Τραβήξαμε τους δρόμους μας.
Κάθε φορά που τον έβλεπα ήταν όλο και πιο θυμωμένος. Και ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Και κάπου εκεί, μεταξύ τραυματικής ζωής και ενηλικίωσης, αφύπνισης, το ένιωσα. Τον ήθελα.
Ήταν όμως ένα δέντρο, με συρμάτινη περίφραξη και αγκαθωτές αιχμές. Δε πλησίαζε τίποτα πια.
Ώσπου τα χρόνια περνούσαν, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Και βρεθήκαμε. Μου διηγήθηκε μια ιστορία από τα ταξίδια του. Πως βρέθηκε μια πολύ επιδέξια γλύπτρια και κατάφερε να σμιλεύσει τον βράχο και να βγάλει στην επιφάνεια το ημιπολύτιμο πέτρωμα που έκρυβε.
Και πόσο γελούσε και πάλι, πόσο όμορφα περνούσαμε. Όπως όταν ήμασταν παιδιά. Και στοργή και νοιάξιμο και λάμψη στα μάτια.
Έλαμπαν μέχρι και τα μαλλιά του. Αποζητούσε ευγενικά κάθε είδους επαφής.
Μέχρι που φτάσαμε στο σημείο να τα μοιραστούμε όλα.
Μια νύχτα, συνέβη μια απόπειρα σωματικής δέσμευσης που δεν πήγε και τόσο καλά. Υπήρξε αποκάλυψη σκέψεων και συναισθημάτων αλλά ημιτελής επικοινωνία σώματος.
Και μετά το κενό. Τράβηξε πάλι μια πορεία πολύ μπερδεμένη, χαοτική και άγνωστη για μένα.
Μαζεύοντας τα ρούχα για τη μεγάλη πόλη σκέφτομαι: Γιατί τώρα, γιατί έτσι;
Η απάντηση θα λείψει για πολύ καιρό ακόμα. Όταν γυρίσει, δεν θα έχει σημασία.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου