Και φτάσαμε στους 4 και κάτι μήνες, μη με ρωτάς με ακρίβεια. Τί ειρωνεία! Η κοπέλα που θυμόταν και την παραμικρή λεπτομέρεια του χρόνου, ξαφνικά απλά ζει και υπάρχει, μαζί με κάποιον άλλο.

Πρώτος μήνας. Πόνοι στο κορμί χωρίς εξήγηση, σαν να παλεύει η ψυχή να κρατήσει το σώμα σε μια μάχη δύστροπη. Αποσχίστηκα από τον εαυτό που μέχρι τώρα ήξερα. Καμία εμμονή, κανένα ανεκπλήρωτο πάθος. Μια ευθεία γραμμή με παλλόμενες κυμματιστές στιγμές χαράς, αγάπης, ζεστασιάς... Συναισθήματα που δε μεταφράζω. Αγαπώ χωρίς έρωτα. Δεν τα γνώρισα ποτέ από το άλλο φύλο. Δύο ζευγάρια μάτια με κοιτούν με όλη τους την ύπαρξη και εγώ απορώ. 

Δεύτερος μήνας. Αμφιβάλλω συνέχεια. Μου αρέσει αυτός ο νέος εαυτός; Ο πιο ήρεμος, αυτός που ανήκει κάπου; Που αγαπιέται (πολύ) και αγαπάει; Και ο έρωτας; Γιατί δεν ερωτεύτηκα αυτό το πλάσμα; Ερωτεύομαι μόνο δαιμόνια; Είναι στη φύση μου τελικά; 

Τα δαιμόνια τα ακουμπάς στην άκρη, δεν σε αφήνουν να τα αφήσεις. Μήνας δεύτερος και εγώ στην «Πύρα» ή και Πυρά στη δική μας περίπτωση. Με μια κόρη από το Αγαπημένο μας μέρος, μία από τα ευλογημένα χώματα, μία από τη χώρα «που μένουν ανυποχώρητοι» και έναν γιό. Μπερδεμένη και πλέον αφοσιωμένη στον Χαρίτων, ήρθα αντιμέτωπη με κάτι πλήρως απόκοσμο. Στο νησί βρισκόταν ο μεγάλος κύριος Άλφα. Τόσα θαλάσσια κύμματα μακριά από την πόλη και τον συνάντησα εκεί.

Η ακεραιότητά μου φάνταζε ολοένα και πιο ρευστή, οριακά ετοιμόροπη αντικρίζοντας τα πιο βαθιά και σκοτεινά μου πάθη, σε δύο μάτια που ήξερα πολύ καλά και λαχταρούσα με την ψυχή μου. Κι όμως. Κάθε στιγμή που πάλευα με το δαίμονα και τον απεσταλμένο του, δύο ματάκια μου κρατούσαν όση αξιοπρέπεια μου είχε μείνει στο παιχνίδι των ερώτων. Του Χαρίτων ήταν. Δε μπορούσα να τα προδώσω, ούτε το έκανα. Και προχώρησα, τσακισμένη από το θηρίο, βγήκα σχεδόν ολόκληρη,

Τρίτο μήνας. 

Και περνούσαν οι μέρες, γινόταν μήνες. 



Σχόλια